search instagram arrow-down

Κυνηγημένη: Αναδρομή

Αυτή μόλις είχε ολοκληρώσει τις σπουδές της στην ψυχολογία και είχαν αποφασίσει με τις φίλες της να περάσουν ένα ξέφρενο καλοκαίρι στη Βαρκελώνη. Όλα έμοιαζαν ιδανικά. Ένα βράδυ η κολλητή της, η Σοφία κανόνισε μέσω ενός πλούσιου Ισπανού φίλου της, που είχε γνωρίσει στο Λονδίνο, να διασκεδάσουν σε ένα από τα καλύτερα κλαμπ της πόλης, που η είσοδός του κόστιζε κάπως ακριβά. Συνεπώς, και η ενδυμασία τους έπρεπε να ανταποκρίνεται στις προσδοκίες του χώρου. Γι’ αυτό τα κορίτσια φρόντισαν να βάλουν τα δυνατά τους.
Στην είσοδο τους υποδέχτηκαν καμιά δεκαριά μπράβοι. Μετά κόπων και βασάνων κατάφεραν να μπούνε μέσα. Αυτό που αντίκρισαν όμως ξεπερνούσε κάθε φαντασία τους. Ο χώρος έμοιαζε με ένα τεράστιο στάδιο, όπου πλήθος κόσμου ξεφάντωνε στους ρυθμούς της μουσικής.
Η διακόσμηση ήταν αρκετά προσεγμένη. Παντού υπήρχαν βυσσινί, αναπαυτικοί καναπέδες, ενώ τα τραπέζια είχαν δερμάτινη επένδυση. Το ευχάριστο κλίμα, η χλιδή και η κεφάτη μουσική δημιουργούσαν την ιδανική διάθεση για καλοπέραση.
Στο πάνω δάπεδο, που κύκλωνε ομοιόμορφα το χώρο γύρω τους, διασκέδαζαν άτομα που απέπνεαν χρήμα και χλιδή. Ενώ στον τεράστιο χώρο που βρισκόταν ακριβώς από κάτω υπήρχαν άνθρωποι που μπορούσε να ταυτιστεί πιο εύκολα μαζί τους. Αυτό της προκάλεσε δυσαρέσκεια. Όπως σε όλο τον κόσμο, έτσι και σ’ αυτό το κλαμπ, οι άνθρωποι χωρίζονταν σε δύο κατηγορίες, ή καλύτερα σε δύο ορόφους “στον πάνω” και “στον κάτω”. Ούτε η διασκέδαση δεν ήταν ικανή να φέρει κοντά τους ανθρώπους, σκέφτηκε η Αμέλια με θλίψη.
Ω, δεν θα άφηνε όμως τέτοιες σκέψεις να της χαλάσουν τη βραδιά. Το τραπέζι που τους είχε κανονίσει ο φίλος της Σοφίας ήταν στο πάνω μέρος του χώρου, δίπλα σε μια παρέα που είχε ήδη προλάβει να γίνει τύφλα στο μεθύσι. Οι κοπέλες αυτής της παρέας έμοιαζαν με μοντέλα, πανύψηλες με θελκτικά χαρακτηριστικά και πολύ κομψά φορέματα. Με λίγα λόγια καμία σχέση με την ίδια, που δεν ξεπερνούσε ούτε με τακούνια το ένα και εβδομήντα, ενώ τα ρούχα της μόνο κομψά δεν θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν από κάποιον. Φορούσε ένα απλό κοντό φόρεμα σε μπλε απόχρωση και είχε αφήσει τα σοκολατί μαλλιά της ελεύθερα σαν μακριά χαίτη, να κυματίζουν στην πλάτη της. Το μακιγιάζ της ήταν σε αρκετά απαλούς τόνους, ενώ το μοναδικό χαρακτηριστικό πάνω της που θα μπορούσε να τραβήξει έντονα την προσοχή ενός άνδρα, και από ότι έβλεπε δεν έκανε λάθος, ήταν οι πλούσιες καμπύλες της, δώρο της Ελληνίδας μαμάς της.
Ο ζεστός φωτισμός, το όμορφο περιβάλλον, ο ευδιάθετος κόσμος, η ξέφρενη μουσική και φυσικά το αλκοόλ, κατάφεραν σύντομα να βυθίσουν τις αισθήσεις της στην απόλαυση. Πρώτη φορά αισθανόταν τόσο απελευθερωμένη. Λικνίστηκε στο ρυθμό της μουσικής, μέθυσε, φλέρταρε. Άλλωστε, γι’ αυτό δεν είχαν πάει εκεί, για να περάσουν καλά χωρίς δεύτερες σκέψεις;
Ο φίλος της Σοφίας, ο Ματέο, προστέθηκε κάπως αργά στην παρέα τους. Ο Ματέο έδειχνε ξεκάθαρα ενδιαφέρον για τη φίλη της, η οποία ήταν πράγματι μια εκθαμβωτική κοπέλα, μετρίου αναστήματος σαν την ίδια, με πυρρόξανθα μαλλιά και γαλάζια μάτια. Ειδικά με εκείνο το εξώπλατο λευκό φόρεμα έδειχνε απίστευτα εξωτική και εύθραυστη.
Ο Ματέο, όπως διαπίστωσε λίγο αργότερα η Αμέλια, γνώριζε και τον Ισπανό ιδιοκτήτη της αλυσίδας των κλαμπ Παράισο.
Η Αμέλια, παρασυρμένη από το χορό και το μεθύσι, δεν είχε προσέξει την εμφάνιση ενός ψηλόλιγνου άνδρα με σκούρα πυκνά μαλλιά και σκοτεινά μάτια. Ο άνδρας αυτός, αφού χαιρέτησε εγκάρδια τον φίλο του, συστήθηκε ως Ραφαέλ Χοσέ Σάντος στην ίδια και τη φίλη της, και συνέχισε τη συζήτηση με το φίλο του, χωρίς να ρίξει δεύτερο βλέμμα πάνω τους. Μα βέβαια, αυτές δεν έμοιαζαν με τα μοντέλα είχε συνηθίσει μάλλον να συναναστρέφεται αυτός, σκέφτηκε μεταξύ σοβαρού και αστείου η Αμέλια.
Φυσικά το πανέμορφο παρουσιαστικό του και η εξουσία που απέπνεε δεν πέρασαν απαρατήρητα από το γυναικείο φύλο, σκέφτηκε με κάποια δόση ενόχλησης η Αμέλια. Αυτός όμως ξαφνικά, αντί να φύγει από τη βαρετή παρέα τους, κάρφωσε τα εκφραστικά μάτια του πάνω της και αιχμαλώτισε ηδονικά τα δικά της. Ύστερα κάτι πρέπει να ρώτησε για αυτήν, γιατί γύρισαν το βλέμμα τους και οι δύο απότομα προς το μέρος της. Δεν κατάλαβε γιατί ένιωσε τόσο εκτεθειμένη, αλλά αμέσως έστρεψε το αναψοκοκκινισμένο πρόσωπό της από την άλλη και προσπάθησε να το παίξει αδιάφορη.
Όταν γύρισε να τον κοιτάξει ξανά, παρατήρησε ότι της χαμογελούσε και την κοίταζε γεμάτος ενδιαφέρον. Προσπάθησε να πείσει τον εαυτό της να του χαμογελάσει κι αυτή, αλλά αυτό που σχηματίστηκε στα χείλη της έμοιαζε περισσότερο μ’ ένα δειλό μειδίαμα παρά με χαμόγελο.
Η ξαφνική εμφάνιση μιας εκθαμβωτικής κοπέλας από το διπλανό τραπέζι την επανέφερε απότομα στην πραγματικότητα, ειδικά όταν τον είδε να την καλωσορίζει με μεγάλη οικειότητα και αμέσως μετά να την ακολουθεί στο τραπέζι της, όπου οι υπόλοιποι θαμώνες τον υποδέχτηκαν με σεβασμό.
Η Αμέλια σκέφτηκε νοερά ότι αυτή η παρέα των πλουσιόπαιδων και των μοντέλων ίσως να του ταίριαζε καλύτερα.
Την υπόλοιπη βραδιά, χωρίς να καταλαβαίνει το λόγο, τον έψαχνε συχνά με το βλέμμα ανάμεσα στο πλήθος, αλλά μόλις τον έβλεπε να συζητάει τετ α τετ με κάποια αιθέρια ύπαρξη, αμέσως το μετάνιωνε.
«Hola, Αμέλια».
Άκουσε μια βαθιά φωνή να την προσφωνεί.
«Άσε με να μαντέψω. Πληροφορήθηκες το όνομά μου από ένα πουλάκι;». Τα είχε χάσει τόσο πολύ όταν αντιλήφθηκε ποιος στεκόταν δίπλα της, που αντί η ατάκα της να φανεί αστεία, όπως περίμενε, φάνηκε παιδιάστικη.
Ένα σαγηνευτικό πλατύ χαμόγελο ήρθε σαν απάντηση.
Μα τι προσπαθούσε να κάνει, να την αποπλανήσει; Γιατί αν πράγματι αυτό ήταν το σχέδιό του, τότε ήταν σε πολύ καλό δρόμο. Δεν φαινόταν για άνδρας που δεν γνώριζε τι επιρροή έχει σε μία γυναίκα, μάλλον το αντίθετο.
Η Αμέλια όμως ένιωσε αρχικά την ανάγκη να του αντισταθεί, λες και αυτός ο άνδρας κουβαλούσε ένα περίεργο μυστήριο πάνω του, που την τρόμαζε και την αναστάτωνε ταυτόχρονα. Έτσι αντί να του ανταποδώσει το χαμόγελο συνέχισε να ασχολείται με το ποτό της.
Τότε ήταν που ένιωσε τη θέρμη του χεριού του στη μέση της. Αμέσως το σώμα της ακινητοποιήθηκε, νιώθοντας ένα ρίγος να τη διαπερνά. Η μορφή της θύμιζε ταραγμένη γάτα, έτοιμη για επίθεση. Ο Ραφαέλ είχε πλησιάσει τόσο κοντά της που φοβόταν να στρέψει το πρόσωπο της, και έτσι περίμενε σχεδόν με ανυπομονησία την επόμενη κίνησή του. Τα λόγια που της ψιθύρισε στο αυτί με την απίστευτα αισθησιακή φωνή του αναστάτωσαν κάθε εκατοστό του κορμιού της. «Νόμιζα ότι με έψαχνες, hermosa».
Η Αμέλια σάστισε. Δεν ήξερε αν έφταιγε το αλκοόλ ή ο πειρασμός που στεκόταν δίπλα της, αλλά ένιωσε ξαφνικά την ανάγκη να κάνει κάτι παράτολμο. Γύρισε απότομα στην αγκαλιά του και ακούμπησε απαλά τα χείλη της με τα δικά του. Η φλόγα μέσα της φούντωσε ζητώντας κι άλλα. Όταν άνοιξε τα μάτια της βρήκε τον Ραφαέλ να την κοιτάζει με ανασηκωμένο το φρύδι, φανερά εντυπωσιασμένος με το θάρρος, ή μάλλον θράσος της.
«Συγνώμη, δεν ήθελα να σε φέρω σε δύσκολη θέση», τραύλισε αμήχανα όταν εκείνος δεν αντέδρασε και προσπάθησε να απελευθερωθεί από την αγκαλιά του, η οποία την έφερνε σε μεγαλύτερη ακόμη αμηχανία.
Τα δάχτυλά του άγγιξαν απαλά το πηγούνι της και κατεύθυναν το βλέμμα της έτσι ώστε να κοιτάει ευθεία μέσα στο δικό του.
«Δεν πιστεύω να το μετάνιωσες; Η βραδιά μόλις άρχισε και μας επιφυλάσσει πολλές εκπλήξεις, όπως φαίνεται. Απλά την επόμενη φορά βάλε λίγο παραπάνω πάθος».
«Δεν θα υπάρξει άλλη φορά».
«Καλά, αν αυτό θες να πιστεύεις». Τα μάτια του όμως έλεγαν το αντίθετο, γεμάτα υποσχέσεις και μυστικά. Όταν τα χείλη του άγγιξαν τα δικά της, όλα γύρω της χάθηκαν. Μα που πήγαν η μουσική, οι υπόλοιποι θαμώνες και τα τραπέζια γύρω τους; Είχαν μείνει μόνο οι δυο τους, χωρίς δεύτερες σκέψεις και αναστολές. Χόρευαν στο χορό του πάθους με μόνο οδηγό τις οξυμένες τους αισθήσεις.
Πριν το φιλί προλάβει να γίνει πιο βαθύ, ο Ραφαέλ έκανε ένα βήμα πίσω. Εκείνη, έχοντας χάσει την ικανότητα να σκέφτεται, έμεινε να τον κοιτάζει απορημένη. «Δεν είναι ο κατάλληλος χώρος εδώ. Δεν θα αρχίσω να χαμουρεύομαι μαζί σου στο club σαν να είμαστε έφηβοι. Το σπίτι μου δεν είναι πολύ μακριά. Μη φοβάσαι, δεν θα σε αναγκάσω να κάνεις κάτι που δεν θέλεις», πρόσθεσε όταν πρόσεξε το δισταγμό στην στάση της.
Δεν χρειάστηκε να ειπωθούν άλλα λόγια. Και οι δύο γνώριζαν καλά ότι η φλόγα που υπήρχε ανάμεσά τους από την πρώτη κιόλας στιγμή που κοιτάχτηκαν στα μάτια, έπρεπε να ξεδιψάσει. Ένα «ακολούθησε με» έφτανε για να τους παρασύρει σε ένα χείμαρρο αισθήσεων και εκρήξεων, χωρίς γυρισμό.

Η συνέχεια σε λίγο!

Leave a Reply
Your email address will not be published. Required fields are marked *

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: