search instagram arrow-down

Κυνηγημένη: Όποιος ψάχνει, βρίσκει

«Σε εμπιστεύτηκα!» του φώναξε ξαφνικά με όλη της τη δύναμη και έπειτα έπεσε πάνω του με ορμή.
Είχε πραγματικά σαστίσει. Δεν καταλάβαινε από που είχε ξεφυτρώσει αυτός ο άνθρωπος πάλι στη ζωή της. Ούτε ήξερε γιατί ξεστόμισε αυτά τα λόγια, αλλά μόνο αυτά τριγύριζαν στο μυαλό της από τη στιγμή που τον αντίκρισε.
Είχε κατέβει στην κουζίνα του σπιτιού της να πάρει το γάλα της μικρής και τον είδε μπροστά της, γερμένο στον πάγκο, να την περιμένει αδιάφορα. Έμοιαζε σαν να του ανήκει το μέρος. Δεν ήξερε αν έπρεπε να γελάσει ή να βάλει τις φωνές. Προτίμησε το δεύτερο.
Όσο και να κοπανούσε το στήθος του με μανία ήταν σαν να είχε πέσει πάνω σε βράχο. Όχι απλά δεν κουνήθηκε από τη θέση του, αλλά δεν έκανε και τίποτα για να προστατέψει τον εαυτό του. Αντιθέτως είχε μαζέψει τα χέρια του πίσω στη μέση του και ήταν σαν να περίμενε καρτερικά να τελειώσει το παραλήρημα της. Αν οι γροθιές της δεν έφταναν να του κάνουν ζημιά, μπορούσε να βρει και άλλο τρόπο να προστατευτεί, σκέφτηκε με θολωμένο μυαλό. Αυτός ο άνθρωπος όμως, έπρεπε να εξαφανιστεί από τη ζωή της.
Το παιδικό κλάμα που ακούστηκε από τον πάνω όροφο την επανέφερε στην πραγματικότητα. Έπρεπε να συνέλθει, και γρήγορα μάλιστα, αν ήθελε να προστατέψει το κοριτσάκι της. Έκανε να κινηθεί προς το δωμάτιο του μωρού, ένιωσε όμως κάποιον να της αρπάζει το μπράτσο της και σταμάτησε απότομα.
«Πού νομίζεις ότι πηγαίνεις; Πρώτα θα μου δώσεις εξηγήσεις»
«Το μωρό κλαίει, πρέπει να πάω, άσε με.»
«Μην ανησυχείς, το μωρό θα το προσέξει ο Χούλιο. Εσύ δεν έχεις να πας πουθενά» αντιγύρισε ο Ραφαέλ με απότομο ύφος.
«Τι είναι αυτά που λες, είναι μικρή ακόμη, πρέπει να την ταΐσω . Μήπως ο Χούλιο, εκτός των άλλων ικανοτήτων του, ξέρει και να θηλάζει μωρά;», κατά βάθος ήθελε να ξεχάσει τις άλλες ικανότητες του βοηθού του άντρα της.
«Αυτό θα κάνω πως δεν το άκουσα. Κάνε γρήγορα»
Ήθελε να του φωνάξει να μην τολμήσει ξανά να τη διατάξει, αλλά προτίμησε να πάει στην κόρη της. Μα πώς την είχε βρει; Είχε καταφέρει σχεδόν να σβήσει τα ίχνη της τον τελευταίο χρόνο. Μπορεί να ζούσε σαν δραπέτης, είχε όμως την ηρεμία της και δεν σκόπευε να τη χάσει. Κανείς δεν θα την εμπόδιζε να ζήσει ήσυχα με την κόρη της, μακριά από τον άντρα που την είχε πληγώσει όσο κανείς άλλος. Δεν είχε χρόνο για χάσιμο. Έπρεπε σύντομα να σκαρφιστεί μια λύση που θα την απελευθέρωνε οριστικά από τα δεσμά του παρελθόντος. Πρώτα όμως έπρεπε να περιποιηθεί τη μικρή Έμμα, που όπως πάντα είχε ξυπνήσει στην ώρα της.
Όταν έφτασε στο δωμάτιο πρόσεξε πως το μωρό δεν έκλεγε άλλο. Μάλλον ο Χούλιο είχε προσπαθήσει να την ηρεμήσει και κατά έναν περίεργο τρόπο τα είχε καταφέρει. Ο Χούλιο, το πιστό σκυλί του Ραφαέλ. Και όχι μόνο, φέρνοντας στο νου της την τελευταία εικόνα του συζύγου της, πριν εξαφανιστεί από τη ζωή του. Ή καλύτερα του πρώην συζύγου της, παρόλο που δεν είχε καταφέρει ακόμα να πάρει διαζύγιο. Ίσως τελικά το γεγονός πως την είχε εντοπίσει να μην ήταν και τόσο τραγικό. Ίσως έτσι κατάφερνε να τον βγάλει μια και καλή από τη ζωή της. Ίσως μόνο με αυτό το τρόπο μπορούσε να έχει μια φυσιολογική ζωή, απαλλαγμένη από όλους τους φόβους που την είχαν κρατήσει ξάγρυπνη όλο αυτό τον καιρό.
Σήκωσε τη μικρή Έμμα τρυφερά στην αγκαλιά της και προσπάθησε να την ηρεμήσει, καθώς οι φωνές της την είχαν αναστατώσει. Της ψιθύρισε λόγια αγάπης όπως έκανε πάντα. Η μυρωδιά της κόρης της και η ζεστασιά που ανάβλυζε το μικρό κορμάκι της αρκούσαν να κατευνάσουν και τη δική της σύγχυση.
Όταν η Αμέλια τάισε τη μικρή, έμεινε να την παρατηρεί μέχρι που αποκοιμήθηκε και πάλι. Ήταν ακόμη νωρίς για να ξυπνήσει. Συνήθως ξυπνούσε το πρωί για να πιει το γάλα της και μετά κοιμόταν για κάποιες ώρες. Ήλπιζε σήμερα να κοιμόταν μέχρι να έβρισκε ένα τρόπο να διώξει τον πατέρα της. Η τελευταία λέξη την τάραξε. Αν ο Ραφαέλ της έκανε μήνυση και κατάφερνε να της πάρει το παιδί, πώς θα τον απέτρεπε; Ήταν πράγματι ο πατέρας της. Μπορούσε να το κάνει. Σε αντίθεση με την ίδια, ήταν και σε πολύ καλύτερη οικονομική θέση. Είχε ένα δυνατό όνομα στον επιχειρηματικό χώρο, καθόλου λερωμένο, ενώ το γεγονός ότι ο αγγλικός νόμος ήταν πολύ αυστηρός με τέτοια θέματα χειροτέρευαν τη θέση της.
Βυθισμένη στις σκέψεις της δεν πρόσεξε την εμφάνιση του Ραφαέλ, που είχε γύρει στην κάσα της πόρτας με σταυρωμένα χέρια και κοίταζε έντονα προς το μέρος τους. Το προ ολίγου άγριο βλέμμα του είχε αντικατασταθεί από ένα βλέμμα γεμάτο περιέργεια.
«Δεν μπορείς να περιμένεις ούτε δύο λεπτά;», τον κεραυνοβόλησε η Αμέλια με το δικό της πονεμένο βλέμμα, που αντανακλούσε τα βάθος της τρικυμίας στο κεφάλι της.
«Περίμενα γλυκιά μου πάνω από ένα χρόνο για αυτή τη στιγμή», δήλωσε αυτός παγερά, ενώ δεν πήρε τα μάτια του στιγμή από πάνω τους. Ίσως να προσπαθούσε να χαράξει αυτή την εικόνα στο μυαλό του με κάθε λεπτομέρεια. Η καρδιά της έχασε ένα χτύπο και μόνο στη σκέψη αυτής της ιδέας.
«Πώς έμαθες που βρίσκομαι;», προτίμησε όμως να μείνει προσηλωμένη στο στόχο της.
«Η αλήθεια είναι ότι με δυσκόλεψες λιγάκι, γιατί έφυγες τόσο ξαφνικά που δεν ήξερα τι να φανταστώ. Νόμιζες ότι δεν θα μπορούσα να σε βρω; Θα κινούσα γη και ουρανό για να βρω το παιδί μου.»
Μόνο για το παιδί νοιαζόταν τελικά. Μη τυχόν και δεν μεγαλώσει κάτω από την επιρροή του ονόματός του. Ίσως αυτός να ήταν και ο μοναδικός λόγος που της είχε ζητήσει να παντρευτούν. Αν δεν είχε μείνει έγκυος εκείνη τη μοιραία νύχτα, τίποτα από όλα αυτά δεν θα είχε συμβεί. Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι δεν θα υπήρχε ούτε η Έμμα στη ζωή της. Η σκέψη αυτή της προκαλούσε δυστυχία. Από τη μία δεν θα είχε δέσει τη ζωή της με έναν άντρα σαν τον Ραφαέλ, αλλά από την άλλη δεν θα είχε τη μικρή της κόρη, που είχε δώσει νόημα στη ζωή της.
«Και τώρα τι θέλεις, γιατί αν νομίζεις πως θα γυρίσω πίσω μαζί σου γελιέσαι οικτρά.»
«Εγώ ήρθα απλώς να πάρω την κόρη μου, εσύ αν θέλεις ακολουθείς. Πώς τη λένε;»
Η ερώτησή του τη ξάφνιασε.
«Να μην σε νοιάζει, εξάλλου δεν θέλω να έχει καμία σχέση μαζί σου. Μόνο πάνω από το πτώμα μου θα την πάρεις.»
Η Αμέλια προσποιήθηκε πως δεν πρόσεξε ότι την κεραυνοβόλησε με το βλέμμα του και με βιαστικές κινήσεις, κρατώντας σφιχτά στην αγκαλιά της την Έμμα, μετακινήθηκε προς την πόρτα, αποφεύγοντας επιδέξια την οποιαδήποτε οπτική ή σωματική επαφή μαζί του.
«Θα σε παρακαλούσα, λοιπόν, να ξεκουμπιστείς από το σπίτι μου το συντομότερο δυνατόν. Α, και την επόμενη φορά που θα έχεις τη φαεινή ιδέα να με διαρρήξεις, θα καλέσω χωρίς δισταγμό την αστυνομία.»
Τα τελευταία της λόγια είχαν συγκλονίσει μέχρι και την ίδια. Απόρησε σιωπηρά με τον εαυτό της που είχε βρει το κουράγιο και το σθένος να τα ξεστομίσει. Η σκέψη και μόνο, όμως, να τη χωρίσει από τη μονάκριβη κορούλα της, της προκαλούσε πανικό.
Όταν κατέβηκε στην κουζίνα τοποθέτησε προσεχτικά για να μη τη ξυπνήσει τη μικρή στο ριλάξ της, και άρχισε να ετοιμάζει πρωινό για τον εαυτό της, αδιαφορώντας για την ύπαρξή του εκεί. Μια κλεφτή μόνο ματιά προς το μέρος του, την έκανε να καταλάβει πως η στάση της τον είχε εξαγριώσει. Να ένα καλό πρώτο βήμα.
«Και τι παρακαλώ σκοπεύεις να πεις στην αστυνομία, πως κρύβεσαι από τον άνδρα σου; Κοίτα, επειδή η υπομονή μου αρχίζει να εξαντλείται ή θα αρχίζεις να ετοιμάζεις τα πράγματά σας ή θα πάρω τη μικρή και θα φύγω. Ή μήπως πιστεύεις πως θα με εμποδίσεις;»
«Δεν υπάρχει περίπτωση να έρθουμε μαζί σου, αυτό σου είπα να το βγάλεις από το μυαλό σου. Και μην μ’ απειλείς εμένα, γιατί δεν ξέρεις τι είμαι ικανή να κάνω. Τόλμα μόνο να αγγίξεις την Έμμα και θα …», δεν πρόλαβε όμως να ολοκληρώσει τη φράση της, όταν συνειδητοποίησε τη γκάφα που είχε κάνει.
«Έμμα;», τα μάτια του γυάλισαν με κάποιο είδος επιβεβαίωσης.
«Απλώς μου άρεσε το όνομα όταν το πρότεινες, αυτό είναι όλο», προσπάθησε η Αμέλια να δικαιολογηθεί, αν και η αλήθεια ήταν ότι είχε επιλέξει αυτό το όνομα για να νιώθει ότι συνδέει κάτι τη μικρή με τον πατέρα της. Μπορεί να μην ήθελε να έχει επαφή μαζί του για το καλό της, όμως δεν ήταν τελείως άκαρδη.
«Σε πιστεύω, δεν χρειάζεται να ταράζεσαι. Πάντα μου άρεσες όταν τα μάγουλά σου αποκτούσαν αυτό το χρώμα». Ένα μικρό κομπλιμέντο από τον Ραφαέλ ήταν αρκετό για να την αποσυντονίσει.
«Σου έχω πει ποτέ ότι σε μισώ όσο δεν έχω μισήσει άλλον άνθρωπο στη ζωή μου;». Η ανάγκη της να τον πικράνει όπως την είχε πικράνει αυτός ήταν μεγάλη.
Αυτή τη φορά το βλέμμα του έγινε ακόμα πιο σκοτεινό. Πριν το καταλάβει βρισκόταν δίπλα της σε απόσταση αναπνοής. Τα χέρια του στερεώθηκαν αστραπιαία δεξιά και αριστερά της, παγιδεύοντας την στον πάγκο της κουζίνας. Τα διαπεραστικά κεχριμπαρένια μάτια του ταξίδεψαν νωχελικά πάνω της και ύστερα καρφώθηκαν στα δικά της πράσινα μάτια.
«Γιατί δυσκολεύομαι να το πιστέψω αυτό;»
Φυλακισμένη στο γεροδεμένο σώμα του, κατάλαβε σύντομα ότι η οποιαδήποτε αντίσταση θα ήταν μάταιη. Προσπάθησε απλώς να αντισταθεί στην πρόθεσή του να κυριαρχήσει, λούζοντας τον με το πιο ψυχρό της βλέμμα.
«Πίστεψε ότι θες, ποσώς με ενδιαφέρει.»
«Αν σε φιλήσω τώρα η ανάσα σου θα κοπεί και σύντομα θα ζητάς και άλλα», η αισθησιακή φωνή του κοντά στο λαιμό της σε συνδυασμό με το απαλό χάδι του στο ίδιο σημείο παρέλυσαν τις αισθήσεις της. Όλες αυτές οι νύχτες γεμάτες μοναξιά ζητούσαν λύτρωση. «Το τελευταίο όμως πράγμα που θα μπορούσε να με ενδιαφέρει είναι μια γυναίκα που μου στέρησε το ίδιο μου το παιδί. Η υπομονή μου μόλις εξαντλήθηκε γλυκιά μου, την έχασες την ευκαιρία σου.»
Η τόσο κοντινή απόσταση μαζί του, μάλλον της θόλωσε το μυαλό, γιατί δεν αντιλήφθηκε αμέσως τι σήμαιναν τα λόγια του. Το μυαλό της άρχισε να λειτουργεί και πάλι μόνο όταν ο Ραφαέλ απομακρύνθηκε από κοντά της και τον είδε να πλησιάζει το παιδί της.
Τα επόμενα λεπτά θα έμεναν για πάντα χαραγμένα στο μυαλό της. Ο άνθρωπος που είχε ερωτευτεί με πάθος από την πρώτη στιγμή της γνωριμίας τους είχε γίνει ο ορκισμένος εχθρός της. Είχε καταφέρει να ραγίσει μια για πάντα τη ρομαντική ψυχή της. Πως μπορούσε να εμπιστευτεί κάποιον άλλο στη ζωή της όταν ο άντρας που είχε εμπιστευτεί τυφλά την είχε προδώσει με τέτοιο τρόπο. Αν ήξερε εξαρχής ποιος ήταν δεν θα έμπαινε ποτέ στον κόπο να του ρίξει ούτε δεύτερη ματιά.
Παρ’ όλη την κοροϊδία, στεκόταν τώρα μπροστά της. Είχε μπει ακάλεστος για άλλη μια φορά στη ζωή της. Χωρίς να έχει μετανιώσει για τίποτα, είχε το θράσος να της ζητά εξηγήσεις. Δεν έφταναν όλα αυτά, αλλά τολμούσε να της κλέψει ότι πιο πολύτιμο είχε.
Όταν τον είδε να σηκώνει την Έμμα στην αγκαλιά του και να κάνει νόημα στο Χούλιο να ανοίξει την πόρτα, έχασε τη γη κάτω από τα πόδια της. Άρπαξε ένα μαχαίρι και κατευθύνθηκε προς το μέρος του. Απλά θα τον τρομάξω, σκέφτηκε. Όταν είδε το αίμα να λερώνει το κατάλευκο πουκάμισό του, έπεσε λιπόθυμη στο πάτωμα.

Η συνέχεια σε λίγο!

Leave a Reply
Your email address will not be published. Required fields are marked *

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: